Κώδικας Δεοντολογίας της ΕΛΕΣΥΘ

Σύνοψη και βασικές αρχές

Ο Κώδικας Δεοντολογίας της Ελληνικής Εταιρείας Συστημικής Θεραπείας (ΕΛΕΣΥΘ) καθοδηγεί τα μέλη της στην υπεύθυνη, ηθική και επαγγελματική άσκηση του έργου τους, στο πλαίσιο της συστημικής θεραπευτικής προσέγγισης.
Αποτελεί θεμέλιο για τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και της εμπιστοσύνης στις θεραπευτικές και εκπαιδευτικές σχέσεις.

Κύριες αρχές 

  • Σεβασμός και αξιοπρέπεια
    Τα μέλη της ΕΛΕΣΥΘ αναγνωρίζουν την αξία, την αυτονομία και τις επιλογές κάθε ανθρώπου, διασφαλίζοντας κλίμα αποδοχής και ασφάλειας.
  • Εμπιστευτικότητα και διακριτικότητα
    Η προστασία της ιδιωτικότητας αποτελεί βασική δεοντολογική υποχρέωση. Οι πληροφορίες τηρούνται εμπιστευτικές και χρησιμοποιούνται μόνο για θεραπευτικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς, με σεβασμό προς κάθε θεραπευόμενη ή θεραπευόμενο.
  • Επαγγελματική ακεραιότητα
    Οι/Οι θεραπευτές και θεραπεύτριες ενεργούν με ειλικρίνεια, υπευθυνότητα και συνέπεια, αποφεύγοντας κάθε μορφή σύγκρουσης συμφερόντων ή κατάχρησης ρόλου.
  • Όρια και σεβασμός σχέσεων
    Διατηρούνται σαφή όρια στις θεραπευτικές, εκπαιδευτικές και εποπτικές σχέσεις, ώστε να προστατεύεται η ασφάλεια όλων των εμπλεκομένων.
  • Διαρκής ανάπτυξη και εποπτεία
    Η συνεχής εκπαίδευση, η εποπτεία και η αυτοαξιολόγηση αποτελούν δείκτες επαγγελματικής υπευθυνότητας και εξέλιξης για κάθε θεραπεύτρια ή θεραπευτή.
  • Σεβασμός στη διαφορετικότητα
    Η πολυμορφία πολιτισμικών, κοινωνικών, έμφυλων και προσωπικών ταυτοτήτων αναγνωρίζεται ως πηγή κατανόησης και εμπλουτισμού της θεραπευτικής διαδικασίας.
  • Ευθύνη στην έρευνα και στην εκπαίδευση
    Όσες και όσοι συμμετέχουν σε ερευνητικές ή εκπαιδευτικές δραστηριότητες ενεργούν με σεβασμό προς τα συμμετέχοντα πρόσωπα και με προσήλωση στην αλήθεια, τη διαφάνεια και την επιστημονική δεοντολογία.

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ  ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ  ΣΥΣΤΗΜΙΚΗΣ   ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Ο παρών Κώδικας Δεοντολογίας δεσμεύει όλα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρείας Συστημικής Θεραπείας (ΕΛΕΣΥΘ) ατόμων, οικογενειών, ομάδων και μεγαλύτερων οργανισμών. Αφορά τα μέλη της ΕΛΕΣΥΘ στην σημαντική ευθύνη τους απέναντι στις απαιτήσεις της ιδιότητας του ψυχοθεραπευτή, του επόπτη, του συμβούλου και του εκπαιδευτή καθώς και στη σχέση τους με τους θεραπευόμενους, τους εκπαιδευόμενους, τους εποπτευόμενους και τους συναδέλφους τους. Η ηθική και η δεοντολογία της συστημικής θεραπείας απαιτεί δια βίου προσωπική δέσμευση ως προς τις αρχές και τις αξίες που διέπουν τον θεραπευτικό ρόλο. Επιλέγοντας τη συμμετοχή στην Ελληνική Εταιρεία Συστημικής Θεραπείας το κάθε μέλος συμφωνεί να συμπεριφέρεται και να ενεργεί επαγγελματικά σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Δεοντολογίας της και να δέχεται όποια απόφαση λαμβάνεται από την εταιρεία σύμφωνα με αυτόν τον Κώδικα.

I. Γενικές Αξίες

  1. Τα μέλη συμπεριφέρονται με σεβασμό στον άνθρωπο και στις σχέσεις του, με τρόπο συμβατό προς τις ανθρώπινες αξίες της θεραπευτικής, εποπτικής και εκπαιδευτικής λειτουργίας και με τις αρχές της συστημικής προσέγγισης, στηρίζοντας έτσι το κύρος και τη σοβαρότητα της Εταιρείας, υποστηρίζοντας έτσι το κύρος και τη σοβαρότητα της. Ενήμερα της επίδρασης που μπορούν να έχουν στη ζωή των θεραπευομένων και των εκπαιδευομένων τους αποφεύγουν να εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη τους για δικό τους όφελος.
  2. Η Εταιρεία δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στα μέλη της με κριτήριο την κοινωνική τάξη, την ηλικία, καταγωγή, την εθνικότητα, την ιδεολογία, το χρώμα, το φύλο, την τυχόν αναπηρία, τη θρησκεία ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό, ή άλλου είδους ταυτοτικό προσδιορισμό. Αυτονόητο είναι ότι τα μέλη της Εταιρείας φέρονται με βάση αυτές τις αρχές σε κάθε θεραπευτική, εκπαιδευτική και συναδελφική σχέση τους.

II. Αναφορικά με την ιδιότητά τους

  1. Τα μέλη φροντίζουν να ενημερώνονται για τις εξελίξεις στο χώρο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας και ειδίκευσης, να διευρύνουν τις επιστημονικές γνώσεις τους και να εξελίσσουν τις θεραπευτικές τους δεξιότητες. Οφείλουν δε να αξιοποιούν τις εκπαιδευτικές συναντήσεις συνεχιζόμενης εκπαίδευσης οι οποίες λαμβάνουν χώρα προκειμένου να ενισχύσουν την θεραπευτική τους ιδιότητα.
  2. Τα μέλη είναι ανοικτά προς την συνεργασία με τους συναδέλφους τους και τα άλλα μέλη της Εταιρείας·
  3. Τα μέλη μεριμνούν για την δική τους προσωπική ανάπτυξη και ζητούν βοήθεια και εποπτεία για προσωπικά τους θέματα, τα οποία ενδεχομένως επηρεάζουν αρνητικά την επαγγελματική τους δραστηριότητα Η εποπτεία αποτελεί αναγκαίο υποστηρικτικό εργαλείο για την άσκηση της συστημικής ψυχοθεραπείας.
  4. Τα μέλη χρησιμοποιούν μόνο τίτλους σπουδών που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δεν παρέχουν, διαφημίζουν, ή υπόσχονται υπηρεσίες ούτε χρησιμοποιούν μεθόδους στις οποίες δεν έχουν εκπαίδευση ή εμπειρία, ενώ οι υπηρεσίες που παρέχουν στηρίζονται σε μεθόδους και τεχνικές που τεκμηριώνονται επιστημονικά.

Γενικά

Τα μέλη τηρούν αρχείο και χειρίζονται Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα, κατά τη σχετική νομοθεσία. Ως εκ τούτου: -.

Υποχρεούνται να δηλώσουν στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού (Α.Π.Δ.Π.Χ.) Χαρακτήρα τη σύσταση και τήρηση σχετικού Αρχείου. Ειδικά ως προς την τήρηση, δεν υφίσταται εκ του νόμου ελάχιστο όριο, τούτο συναρτάται ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ, αν έχουν θεραπευόμενο 10 χρονιά, τηρούν τα δεδομένα του όλα τα χρόνια κτλ. Όταν τα διαγράφουν/ καταστρέφουν τα δεδομένα οφείλουν επίσης να ενημερώσουν εγγράφως σχετικά την Α.Π.Δ.Π.Χ. για την καταστροφή/διαγραφή και με ποιόν τρόπο πραγματοποιήθηκε. -. Υποχρεούνται στην ψηφιακή τήρηση Αρχείου, είτε αποκλειστικά είτε παράλληλα με τυχόν έγχαρτο υφιστάμενο. Τόσο το ψηφιακό όσο και τυχόν έγχαρτο, οφείλεται να τηρείται σε χώρο που να είναι κλειδωμένος και αντιπυρικός.

  1. Τα μέλη τηρούν εχεμύθεια όσον αφορά στοιχεία της ιδιωτικής ζωής των θεραπευομένων, των εποπτευομένων και των συμμετεχόντων σε έρευνές τους εξασφαλίζοντας την ανωνυμία τους. Πληροφορίες που αναφέρονται σε εποπτεία περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για το σκοπό αυτό. Το ίδιο ισχύει και σε παρουσιάσεις σε επιστημονική ή εκπαιδευτική συνάντηση και στη διαμόρφωση εκπαιδευτικού ή εποπτικού υλικού. Εάν το μέλος θεωρεί βάσιμα ότι έχει καθήκον να ανακοινώσει στην οικογένεια ή στην πηγή παραπομπής ή οπουδήποτε αλλού κάποια πληροφορία που αφορά τον θεραπευόμενο, οφείλει να έχει γραπτή έγκριση από εκείνον, στην οποία αναφέρεται ρητά ότι εξουσιοδοτείται ο θεραπευτής να μεταφέρει τη συγκεκριμένη πληροφορία στον συγκεκριμένο αποδέκτη.
  • 1α) Αναφορικά σε περιπτώσεις συμμετοχής σε επιστημονικές έρευνες, η συγκατάθεση του υποκειμένου (συμμετέχοντα στην έρευνα) είναι απαραίτητη για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα, αυτή πρέπει επιπλέον να είναι έγγραφη.
  • 1β) Αναφορικά με τη δυνατότητα χορήγησης αντιγράφου του φακέλου δεδομένων που αφορούν στους πελάτες/θεραπευόμενους, κάθε θεραπευόμενος, ως «υποκείμενο» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση του ιατρικού του φακέλου και να λαμβάνει, επίσης, αντίγραφα αυτού και, αντίστοιχα, ο φορέας παροχής υπηρεσιών υγείας, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαίωμά του αυτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 15 του ΓΚΠΔ. Η λήψη από «Θεραπευόμενο» αντιγράφων του υλικού που αφορά στη θεραπευτική διαδικασία, στο ερευνητικό υλικό και σε λοιπές διαγνωστικές διαδικασίες, συνιστά σαφώς άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης του σε προσωπικά του δεδομένα.
  • 1γ) Αναφορικά με το ενδεχόμενο να ζητηθεί από τον πελάτη/θεραπευόμενο η διαγραφή των προσωπικών του στοιχείων, καταρχάς, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 3418/2005, Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας: «4. Η υποχρέωση διατήρησης των ιατρικών αρχείων ισχύει: α) στα ιδιωτικά ιατρεία και τις λοιπές μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του ιδιωτικού τομέα, για μία δεκαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή. Συμπερασματικά, η εναρμόνιση των Συστημικών Ψυχοθεραπευτών με τους κανόνες του GDPR θεωρείται απαραίτητη στο πλαίσιο της προστασίας και της σχέσης εμπιστοσύνης που οφείλουν να διατηρούν με τους πελάτες τους. Οι Συστημικοί Ψυχοθεραπευτές, διατηρούν το δικαίωμα αλλαγής ή επικαιροποίησης της πολιτικής απορρήτου και προστασίας της ιδιωτικής ζωής που εφαρμόζουν, με την ευθύνη ενημέρωσης των ενδιαφερόμενων και ειδικότερα των ατόμων που βρίσκονται ήδη σε θεραπεία, εποπτεία, ή άλλου είδους επαγγελματική διαδικασία σχετική με το επιστημονικό έργο, τους οποίους οφείλουν να ενημερώνουν σχετικά. Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων αφορά οργανισμούς και επαγγελματίες οι οποίοι συλλέγουν, αποθηκεύουν ή/και διαχειρίζονται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό (Άρθρο 37, GDPR). Η υποχρέωση εχεμύθειας λύεται σε κάθε περίπτωση που απαιτείται ή επιτρέπεται από το νόμο. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η έγγραφη εντολή από τις δικαστικές αρχές για παροχή πληροφοριών στις ίδιες, η βάσιμη υπόνοια του θεραπευτή ότι κινδυνεύει η ζωή του θεραπευόμενου, ή άλλου τρίτου προσώπου. Στις περιπτώσεις αυτές ενημερώνεται ο θεραπευόμενος και δίνεται η πληροφορία στους ελάχιστους αναγκαίους αποδέκτες.
  1. Σε κάθε περίπτωση, σε δημόσια ή ιδιωτικού δικαίου κέντρα θεραπείας και εκπαίδευσης στη θεραπεία ή σε ιδιωτική άσκηση ψυχοθεραπείας, τα έγγραφα, που αφορούν τους θεραπευόμενους, είτε τηρούνται ηλεκτρονικά είτε σε αρχεία άλλης μορφής, φυλάσσονται με τρόπο που να προστατεύεται το απόρρητο του προσώπου και δεν εκτίθενται σε άτομα άσχετα προς τη θεραπευτική διαδικασία ή σε μέλη της οικογένειας των θεραπευομένων.
  2. Κάθε λήψη και έκθεση αρχείων ήχου ή εικόνας, καθώς και κάθε ζωντανή παρακολούθηση θεραπευτικών συνεδριών από εκπαιδευόμενους ή άλλους συναδέλφους γίνεται μετά από ενημέρωση και έγκριση των θεραπευομένων ή των συμμετεχόντων σε έρευνα. Η έγκριση αυτή οφείλει να έχει συγκεκριμένη διάρκεια.
  3. Τα μέλη ενημερώνουν την Εταιρεία για κάθε δικαστική εμπλοκή τους με θεραπευομένους τους που άπτεται της θεραπευτικής ή επιστημονικής ιδιότητας και για την έκβαση τέτοιας εμπλοκής. Ζητούν γνωμοδότηση από την Εταιρεία για να είναι μάρτυρες ή κατήγοροι θεραπευομένου τους. Στην αντίθετη περίπτωση η Εταιρεία μπορεί να καλεί σε πειθαρχική εξέταση μέλη της εκτός αν η εμπλοκή τους έχει ζητηθεί νομίμως από τις δικαστικές αρχές ή αν η δικαστική υπόθεση είναι τελείως άσχετη με τη θεραπευτική σχέση.

 

IV. Έρευνα

  1. Σε περίπτωση ανάθεσης σε μέλη της Εταιρείας έρευνας ή έντυπης έκδοσης, η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να δημοσιεύσει ή να εκδώσει τα ερευνητικά αποτελέσματα με το όνομα ή τα ονόματα των συντελεστών, σεβόμενη απόλυτα τη συνεισφορά τους και την πνευματική τους ιδιοκτησία.
  2. Τα μέλη που έχουν επιφυλάξεις, αντιρρήσεις ή βρίσκονται σε σύγκρουση με άλλα μέλη σχετικά με θέματα επαγγελματικής δεοντολογίας, επιστημονικής μεθοδολογίας ή πνευματικής ιδιοκτησίας, οφείλουν να αποφεύγουν οποιαδήποτε δημόσια κριτική ή δυσφήμιση και να ζητούν τη συνδρομή της Εταιρείας στην λύση του θέματός τους.
  3. Στις έρευνες που διεξάγουν μέλη της Εταιρείας, σε οποιοδήποτε χώρο, ισχύουν τα διεθνώς καθιερωμένα στους ερευνητικούς χώρους περί αξιοπιστίας, ηθικής, ενήμερης συναίνεσης κλπ.
  4. Σε περίπτωση ανακοίνωσης ή μετάδοσης ερευνητικών δεδομένων ή επιστημονικών και θεραπευτικών απόψεων από μη επιστημονικά μέσα και χώρους ενημέρωσης με ευρεία πρόσβαση στο κοινό, όπως η τηλεόραση, οι εφημερίδες κ.λπ., τα μέλη ευθύνονται για την εγκυρότητα των στοιχείων που ανακοινώνουν όπως ακριβώς αν επρόκειτο για ανακοινώσεις σε επιστημονικό χώρο. Σε περίπτωση σημαντικών παραλείψεων ή παρανοήσεων οφείλουν να επιδιώξουν τη δημοσίευση των διευκρινήσεών τους. Η παρουσίαση δεδομένων και η μεταφορά επιστημονικών γνώσεων στο ευρύ κοινό από οποιοδήποτε μέσο/τρόπο, πρέπει να γίνεται με τρόπο που να διαφυλάσσει το κύρος και την αξιοπιστία του επαγγέλματός, να μην παραβιάζει τον παρόντα κώδικα και να μην είναι ασύμβατη με τη συστημική γενικά τοποθέτηση.
  5. Η Εταιρεία προστατεύει και δεν διώκει κανένα μέλος της που με έγκυρη επιστημονικά έρευνα φτάνει σε συμπεράσματα αντίθετα προς τις αρχές της, ή ανεπιθύμητα από την κοινότητα. Η επιτροπή δεοντολογίας στην περίπτωση αυτή έχει δικαίωμα και χρέος να ερευνήσει μόνο την επιστημονική εγκυρότητα της έρευνας.

 

V. Σχέσεις με άλλους επαγγελματίες και ειδικότητες

  1. Τα μέλη, ακόμη κι αν προέρχονται από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, έχουν την ιδιότητα του συστημικού ψυχοθεραπευτή. Καθένας οφείλει να λειτουργεί μέσα στα όρια του δικού του βασικού επαγγέλματος σε συνδυασμό με το ρόλο του ψυχοθεραπευτή και να συνεργάζεται διεπιστημονικά ή να παραπέμπει σε συνάδελφο άλλου βασικού επαγγέλματος εντός ή εκτός Εταιρείας όταν αυτό κρίνεται θεραπευτικά αναγκαίο. Επίσης οφείλει να παραπέμπει τον θεραπευόμενο σε ψυχοθεραπευτή διαφορετικής προσέγγισης ή ειδίκευσης εφόσον θεωρήσει ότι είναι προς όφελος του συγκεκριμένου θεραπευόμενου ή εφόσον το ζητήσει ο ίδιος ο θεραπευόμενος. Τέλος, οφείλει να αποφεύγει να παρέχει ψυχοθεραπευτική υπηρεσία όταν γνωρίζει ότι το άτομο που απευθύνεται σε αυτόν βρίσκεται ήδη σε θεραπεία με άλλο ψυχοθεραπευτή, εκτός αν όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν συμφωνήσει να συνεργασθούν για βάσιμους επιστημονικά λόγους.
  2. Τα μέλη οφείλουν να μην εκφέρονται αρνητικά δημοσίως για έτερα μέλη, για ζητήματα επιστημονικής ή/και επαγγελματικής φύσεως. Εφόσον υφίσταται ζήτημα οφείλουν να επιζητήσουν την επίλυση του ζητήματος ακολουθώντας τις διαδικασίες και ενώπιον των οργάνων της εταιρείας.
  3. Τα μέλη αναγνωρίζουν τη συνεισφορά των συναδέλφων τους σε αυτούς όταν αξιοποιούν τις ιδέες τους και την δουλειά τους και υποχρεούνται να αναφέρονται σε αυτούς με κατάλληλο τρόπο στην βιβλιογραφία.

 

VI. Θεραπευτικές υπηρεσίες / Θεραπευτική σχέση

  1. Στο αρχικό στάδιο της συμβουλευτικής ή ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης, τα μέλη οφείλουν να ενημερώνουν τους θεραπευόμενους προφορικά ή και γραπτά για τους όρους του θεραπευτικού συμβολαίου και συγκεκριμένα για τις βασικές αρχές της συστημικής προσέγγισης και της συγκεκριμένης θεραπείας που προτείνουν, την πιθανή διάρκεια της παρέμβασης, τους οικονομικούς όρους, το επαγγελματικό απόρρητο, τις διαδικασίες διακοπής της θεραπείας, καθώς και για τη δυνατότητα του θεραπευόμενου να εκφράζει επιφυλάξεις για τους όρους της σχέσης με τον θεραπευτή εντός και εκτός θεραπείας.
  2. Τα μέλη δεν κάνουν συμβουλευτικές ή ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις προς πρόσωπα με τα οποία συνδέονται με στενή σχέση συγγενική, φιλική, επαγγελματική, ή ερωτική.
  3. Τα μέλη δεν συνάπτουν ούτε υπόσχονται ή υπονοούν οποιαδήποτε ερωτική σχέση με θεραπευόμενούς τους ή τους στενούς συγγενείς τους.
  4. Τα μέλη δεν συνάπτουν σχέσεις με τους θεραπευόμενους στις οποίες αποκτούν κάποιο ειδικό πλεονέκτημα, οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό λόγω της συγκεκριμένης σχέσης. Τα μέλη δεν εισπράττουν από, ούτε πληρώνουν προς οποιονδήποτε, προμήθεια για παραπομπή πελατών ή διενέργεια διαγνωστικών δοκιμασιών.
  5. Σε πλαίσια όπου τα μέλη εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, συνεχίζουν να υπηρετούν τις ίδιες αξίες. Η θεραπευτική αφοσίωσή τους είναι προς τους θεραπευόμενους και δεν τροποποιούν τους σκοπούς της θεραπείας αν τους ζητηθεί -ή σαφώς υπονοηθεί-, με τρόπο που δεν υπηρετεί τα άτομα αλλά το πλαίσιο στο οποίο εργάζονται. Τα μέλη προσδιορίζουν καθαρά τη δική τους δικαιοδοσία.
  6. Τα μέλη ολοκληρώνουν τη θεραπεία όταν, κατά την καλύτερη κλινική κρίση τους ο θεραπευόμενος δεν την χρειάζεται πλέον, ή όταν δεν την επιθυμεί πια. Αν κρίνουν οτι τη χρειάζεται, ενώ δεν την επιθυμεί, έχουν υποχρέωση να τον ενημερώσουν ότι χρειάζεται να συνεχίσει, εν ανάγκη σε άλλο θεραπευτικό πλαίσιο.
  7. Συνεδρίες θεραπείας Ζεύγους: Εφόσον εξετάσουν το αίτημα των προσερχομένων, τα μέλη, έχουν τη δυνατότητα διεξαγωγής ορισμένων ατομικών συναντήσεων σε διαγνωστικό επίπεδο, με στόχο την αξιοποίηση του υλικού προς όφελος της θεραπείας ζεύγους, διατηρώντας το απόρρητο. Σε περίπτωση που κρίνουν ότι χρειάζονται ατομική θεραπεία, γίνεται ισχυρή σύσταση να εξετάσουν την παραπομπή του ζεύγους, ή ενός εξ αυτών, σε άλλο θεραπευτή
  8. Αναφορικά με τις συνεδρίες οικογενειακής θεραπείας: τα μέλη έχουν το δικαίωμα διεξαγωγής ορισμένων ατομικών συνεδριών με κάθε μέλος της οικογένειας (ή κάποιου υποσυστήματος αυτής) στο πλαίσιο της κατανόησης των δυναμικών της, καθώς και της διαγνωστικής/διερευνητικής διαδικασίας, ενώ παράλληλα πραγματοποιούνται οικογενειακές συναντήσεις. Διατηρεί αυτονόητα, το απόρρητο προς το βέλτιστο συμφέρον της οικογένειας. Έχει επίσης τη δυνατότητα να προσκαλεί μέλη της (ευρύτερης) οικογένειας των θεραπευομένων, με τη σύμφωνη γνώμη του και με παρουσία αυτού. Εφόσον μέλος/η (η) που συμμετέχει σε οικογενειακή θεραπεία εκφράσει την επιθυμία να ακολουθήσει ατομική θεραπευτική πορεία, συστήνεται να γίνει η παραπομπή του συγκεκριμένου μέλους σε άλλο θεραπευτή. Όταν μέλος της οικογένειας ολοκληρώνοντας την (οικογενειακή) θεραπεία ζητήσει ατομική θεραπεία δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα να συνεχίσει ατομικά στον ίδιο θεραπευτή.
  9. Αναφορικά με ανήλικους, παιδιά και εφήβους: Τα μέλη διατηρούν το απόρρητο των συναντήσεων σε κάθε περίπτωση, ενώ έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης των γονέων όταν αυτοί το ζητήσουν, στο βαθμό που δεν παραβιάζεται η θεραπευτική σχέση με το παιδί- έφηβο. Τα Μέλη προσκαλούν μέλη της οικογένειας των ανηλίκων, παιδιών-εφήβων, με τη σύμφωνη γνώμη τους με στόχο την (ανάδειξη και) κατανόηση των σχεσιακών δυναμικών (μεταξύ των) και πάντα, με (σκοπό) το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων, θεραπευομένων (και του οικογενειακού συστήματος). Δεν υφίσταται καθεστώς απορρήτου σε υποψία ή βεβαιότητα ενδεχόμενης εκούσιας ή μη βλάβης της ψυχικής και σωματικής ακεραιότητας ή κινδύνου έκθεσής του ανηλίκου θεραπευόμενου ή ενδεχόμενο βλάβης προς τρίτα πρόσωπα…»* σύμφωνα με το νόμο.
  10. Αναφορικά με την Ομαδική θεραπεία: Τα Μέλη δεν επιτρέπουν τη συνύπαρξη σε θεραπευτικές ομάδες μελών της ίδιας οικογένειας ή προσώπων που έχουν συγγενική, φιλική, ερωτική ή επαγγελματική σχέση.
  11. Δεν επιτρέπεται η αποδοχή σύναψης, ερωτικών, και δεν συνίσταται φιλικών και επαγγελματικών σχέσεων μελών που ανήκουν στην ίδια ομάδα, για το διάστημα που διαρκεί η θεραπευτική διαδικασία Θέματα προστασίας και φροντίδας του θεραπευτή, θέματα εποπτείας
  12. Τα μέλη με την έναρξη της θεραπευτικής τους πρακτικής, οφείλουν να βρίσκονται σε συστηματική μηνιαία εποπτεία επαγγελματικού ρόλου για τουλάχιστον μια 3ετία, στην έναρξη της άσκησης της θεραπευτικής τους πρακτικής. Θα πρέπει επίσης να προσκομίζουν στην εταιρεία βεβαίωση που αφορά την ετήσια εποπτεία τους.

VII. Εκπαιδευτική και Εποπτική Σχέση

  1. Τα μέλη που φέρουν την ιδιότητα του εκπαιδευτή και επόπτη θεραπείας οφείλουν να είναι ενήμερα της ευθύνης που φέρει αυτός ο ρόλος και να σέβονται την σχέση αυτή, αποφεύγοντας την εκμετάλλευσή της κατά οποιοδήποτε τρόπο.
  2. Τα μέλη οφείλουν να ενημερώνουν τους εποπτευόμενους προφορικά ή και γραπτά για τους όρους του συμβολαίου εποπτείας και για τις βασικές αρχές της συστημικής προσέγγισης που προτείνουν, τους οικονομικούς όρους, το επαγγελματικό απόρρητο, τις διαδικασίες διακοπής της εποπτείας, καθώς και για τη δυνατότητα του εποπτευόμενου να εκφράζει επιφυλάξεις για τους όρους της σχέσης με τον επόπτη.
  3. Τα μέλη δεν συνάπτουν ούτε υπόσχονται ή υπονοούν οποιαδήποτε ερωτική σχέση με εποπτευόμενους τους κατά τη διάρκεια της εποπτείας και φροντίζουν να μην αποκτούν κάποιο ειδικό πλεονέκτημα, οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό λόγω της συγκεκριμένης σχέσης. Σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο, συστήνεται έντονα η παραπομπή σε άλλο επόπτη.
  4. Τα μέλη, όταν κρίνουν ότι ο εποπτευόμενος χρειάζεται την συνέχιση της εποπτείας, ενώ δεν την επιθυμεί, έχουν υποχρέωση να τον ενημερώσουν ότι χρειάζεται να συνεχίσει, εν ανάγκη σε άλλο πλαίσιο.

VIII. Παραβίαση του Κώδικα Δεοντολογίας

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΛΕΣΥΘ δεσμεύεται να ορίζει ή να διενεργεί εκλογές για την δημιουργία επιτροπής δεοντολογίας, αποτελούμενης από δύο μέλη και ένα αναπληρωματικό, που φροντίζει για την τήρηση αυτού του Κώδικα και διαχειρίζεται τις περιπτώσεις παραβιάσεων. Εάν για μέλος της Εταιρείας, κάποιο πρόσωπο ή οργανισμός αναφερθεί στον υπεύθυνο φορέα ή την ίδια την Εταιρεία ή τον επαγγελματικό του σύλλογο ή δικαστική αρχή ότι έχει διαπράξει σοβαρή ηθική παραβίαση, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Εταιρείας δύναται να προτείνει την απόσυρση της ιδιότητας του μέλους της Εταιρείας.


 

Ο παρών κώδικας δεοντολογίας συντάχθηκε από το Δ.Σ. της ΕΛΕΣΥΘ και ψηφίστηκε στη Γενική Συνέλευση της 5/2/2005 για να συμπεριληφθεί ως παράρτημα στο καταστατικό και επικαιροποιήθηκε στη ΓΣ του Απριλίου 2024.)

Σημείωση: Σε θέματα που αφορούν διαφήμιση μελών, δημοσιεύσεις και εμφανίσεις σε μέσα μαζικής ενημέρωσης, διαχείριση ψυχολογικών δοκιμασιών (αν π.χ. παραδίδονται στον θεραπευόμενο) όπως και σε όποιο άλλο δεν αναφέρεται ρητά στα άρθρα του παρόντος κώδικα ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΩΝ ΟΙΚΕΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ:


[1] Η αναφορά σε θεραπευόμενους, εποπτευόμενους και εκπαιδευόμενους συμπεριλαμβάνει άτομα, οικογένειες, ομάδες, ζευγάρια, ή οργανισμούς.